Τετάρτη 18 Ιουλίου 2012

Τι είναι αγάπη; (Με αφορμή ένα σχόλιο της φίλης μου Ioanna Fraguia!!)


 ΑΓΑΠΗ!!! Μια τόσο μικρή λέξη , όμως με διαφορετικό νόημα κάθε φορά..υπάρχουν πολλών ειδών αγάπες , αυτό είναι το μόνο σίγουρο...πάντα όμως και σε κάθε περίπτωση μοναδική...άλλη η αγάπη της μητέρας στο παιδί ή παιδιά της, άλλη η αγάπη του παιδιού προς τους γονείς, άλλη η αγάπη προς τους φίλους μας, άλλη προς τους συγγενείς...
ανάλογα με την περίπτωση και τον χαρακτήρα των ανθρώπων αγαπάμε διαφορετικά τον καθέναν....
  Αλλά η αγάπη η ερωτική είναι μόνο μια...πολλοί μπερδεύουν το πάθος, τον πόθο, τον ενθουσιασμό αλλά και το σεξ με την αγάπη..πιστεύω στον έρωτα...στην αγάπη...αλλά σαν κάτι μοναδικό...δεν μπορείς να αγαπήσεις ερωτικά ( άποψη μου βέβαια) παραπάνω από μια φορά...να ερωτευτείς, να ενθουσιαστείς, να ποθήσεις μπορεί να το κάνεις χιλιάδες φορές...μα για μένα η αγάπη είναι μια...
  Όχι δεν μιλάω για την αγάπη του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας, της Μαίρης και του Μιμίκου, του Τάσου και της Γκόλφως και τόσων άλλων μεγάλων και ίσως τραγικών ερώτων...ούτε για τους έρωτες που γράφονται σε βιπεράκια τσέπης...αυτά τα διαβάζουμε σαν παραμύθια...εγώ μιλάω για την αγάπη ανάμεσα σε έναν άντρα και μια γυναίκα...που μπορεί να ξεκινήσει χαλαρά, ήρεμα και σαν απλή γνωριμία ή φιλία, αλλά να μετατραπεί με τον καιρό σε αγάπη...
  Αυτή λοιπόν η αγάπη δεν μοιράζεται όπως μοιράζει μια μάνα την αγάπη της σε όλα της τα παιδιά...αυτή η αγάπη η ερωτική αφορά μόνο δυο....και χωρά μόνο δυο...( και για να χαριτολογήσω και λίγο,βλέπε διπλό και όχι τριπλό ή πενταπλό κρεβάτι και στρώμα)...πάντα κατά την δική μου άποψη που ίσως και να  είναι λάθος, ( ή να είναι απόψεις μιας χαζής, ονειροπόλας και ρομαντικής γυναίκας ) η αληθινή αγάπη δίνεται σε μια μόνο γυναίκα ή σε έναν μόνο άντρα...
  Εύκολα λέμε σήμερα το "σ'αγαπώ" και δεν το εννοούμαι πραγματικά, ή το μπερδεύουμαι με το σεξ...έτσι θα ακούσεις πολλές φορές ανθρώπους να λένε το "σ'αγαπώ"  από την πρώτη στιγμή που θα βρεθούν είτε σ'ένα καφέ ή σ'ένα κρεβάτι...
Αγάπες μου, εδώ να πω πως η αγάπη έρχεται με τον καιρό...και μένει...δεν φεύγει...δεν πετάει έξω από το παράθυρο στο πρώτο φύσημα του αέρα...γνωρίζεις τον άνθρωπο που έχεις δίπλα σου με τον καιρό...τον αποδέχεσαι ...με τα καλά του ή τα κακά του...αν δεν μπορείς να τον αποδεχτείς; χωρίζεις...δεν τον κρατάς δέσμιο...δεν σε κρατάει δέσμιο...αλλά δεν ανέχεσαι να σε πληγώνει ερωτοτροπώντας με άλλες/άλλους....
  Και δυστυχώς συχνό φαινόμενο πολλών ανδρών (και γυναικών πια- μην βγάζουμε την ουρά μας απ'έξω εμείς ε;) είναι να απαιτούν  την αποκλειστικότητα από μια γυναίκα, αλλά  δεν δέχονται να είναι αποκλειστικά μόνο σε μια γυναίκα πιστοί οι ίδιοι...αυτό είναι μια απορία μου που ποτέ δεν μπόρεσα να λύσω...δέχομαι να είμαι αποκλειστικά δική σου....αλλά απαιτώ το ίδιο και από σένα..να είσαι αποκλειστικά δικός μου...αλλιώς αγάπη μου η καρδιά μας δεν θα ήταν τίποτα άλλο από ένα καφενείο που θα ήταν πάντα γεμάτο κόσμο κάθε λογής...
   Ένα σπιτικό δεν ανοίγει με αυτό τον σκοπό...να γίνει καφενείο και να μπαινοβγαίνει ο καθένας κατά το δοκούν, ούτε αστικό μέσο μεταφοράς  να κατεβαίνει σε όποια στάση τον βολεύει...ή να επιβιβάζει όποιον του κάνει νόημα να σταματήσει για να μπει...
   Τώρα αν κάνει κάποιος σχέση με κάποια ή και  το αντίθετο και στην πορεία δουν πως δεν τους ενώνει τίποτα, τι πιο ειλικρινές και τίμιο να το πουν στον άλλον και να χωρίσουν πολιτισμένα...ακόμα και αν ο ένας από τους δυο αγαπάει πραγματικά και πληγωθεί από αυτόν τον χωρισμό, είναι προτιμότερο από το να πληγώνεται καθημερινά...και όχι μόνο αυτό...αλλά θα εκτιμήσεις και τον άνθρωπο που δεν σε ξεγέλασε...δεν σε κορόϊδεψε....αντίθετα μάλιστα αν μάθεις πως σε απατά ασύστολα....χάνεις κάθε εκτίμηση για το πρόσωπό του, εκτός ότι κάποια στιγμή η αγάπη σου θα γίνει μίσος... και λένε πως αυτά τα δυο τα χωρίζει μια πολύ λεπτή γραμμή....
  ΑΓΑΠΗ θα πει μοιράζομαι και δίνομαι ολόψυχα στον άλλον....στον άνθρωπό μου...και μόνο σε αυτόν...
 Δεν θέλω να μακρυγορήσω άλλο...γι'αυτό σταματώ εδώ και περιμένω τις δικές σας απόψεις στο θέμα "τι είναι αγάπη"....
Σας καλημερίζω και σας εύχομαι μια ολόδροση μέρα...εκτός από το αγαπάτε αληθινά και σωστά...

Κυριακή 15 Ιουλίου 2012

Μια άσχημη εμπειρία....


  Βρόντηξε την πόρτα πίσω της και έφυγε τρέχοντας...τι τρέχοντας δηλαδή;...όσο την κρατούσαν τα πόδια της....που πήγαινε ούτε η ίδια  ήξερε...ούτε το παιδί της σκέφτηκε....το μόνο που ήξερε ήταν πως έπερεπε να φύγει από εκεί...μακριά...να γλυτώσει...όχι την ζωή της...αυτή δεν είχε καμιά σημασία πια..
  Τα  μάγουλά της,  τα αυλάκωναν τα δάκρυα....δάκρυα πικρά, κόκκινα....βαμμένα από το αίμα της καρδιάς της...θολά τα μάτια της...οι σκέψεις της πολλές, την βασάνιζαν...και η απόφαση που πήρε τελεσίδικη... δεν είχε λόγους να ζει...και που ζούσε τι κατάλαβε; πίκρες συνέχεια...μια σταγόνα ευτυχίας, μα άγρια νεροποντή οι πίκρες...πως να ισορροπήσουν αυτά τα δυο; και πάντα αυτή ο φταίχτης...για όλους...για όλα....
  Ποια; αυτή που έτρεχε για όλους....που βρισκόταν σε όλες τους τις δύσκολες στιγμές...μάνα, πατέρας, σύζυγος, ερωμένη, υπηρέτρια μα και εργαζόμενη γυναίκα....τίποτα δεν έλειπε από κανέναν τους...και ποιό ήταν το ευχαριστώ; Να την δικάζουν χωρίς απολογία, χωρίς αποδείξεις, χωρίς αιτία....γιατί; επειδή σήκωσε επιτέλους κεφάλι και είπε:
  "τέλος μέχρι εδώ; δεν πάει άλλο;"  Και οι αδελφές του; τι της ήθελε της αδελφές του; μπήκε ποτέ εκείνη στα οικογενειακά τους; και τι ήθελαν τον διάλογο -όπως της είπαν- αν δεν ήταν διαθετιμένες να κάνουν διάλογο;
 Να την δικάσουν ήθελαν... γιατί ;  επειδή αποφάσισε να τον χωρίσει; επειδή η καταπίεση και η αδικία από μέρους του είχε φτάσει στο απροχώρητο.  Γιατί δεν την άφηναν να πει τα παράπονα της; μπροστά ήταν και ο ίδιος...αν έλεγε κάτι λάθος, κάποιο ψέμα  θα μπορούσε να διαμαρτυρηθεί...μα πάντα δειλός ήταν....άλλους έφερνε να βγάζουν το φίδι από την τρύπα ... 
  Έτσι και τώρα....καταιγίδα τα μη και τα  πρέπει...μέχρι που η μια αδελφή του, την έπιασε από τον λαιμό λέγοντας της: "έτσι και πάθει τίποτα ο αδελφός μου -εννοούσε τάχα από την στεναχώρια του-  θα σε σκοτώσω μωρή πουτάνα....λεφτά έχω...θα πληρώσω και θα σε σκοτώσω...εσύ θα πας στο χώμα αλλά εγώ δεν θα πάω φυλακή"...
  Δεν άντεξε αυτή τότε...με μια κλωτσιά  την έσπρωξε πέρα και έφυγε τρέχοντας -όχι όμως πριν προλάβει να την πιάσει  ο άντρας της πάλι από τον λαιμό, φοβερίζοντας την πως αν έφευγε εκείνη την στιγμή, δεν θα την άφηνε να ξαναγυρίσει...που; στο δικό της σπίτι! μα δεν το είχε σκοπό έτσι και αλλιώς- ούτε τον πόνο, ούτε τις μελανιές στον λαιμό της ένιωθε...μόνο τον πόνο της ψυχής της...μόνο αυτόν...αυτά σκεφτόταν και είχε φτάσει πια στο λιμάνι...
Εκεί που ήθελε να τερματίσει...όχι  το τρέξιμο της μα  την ζωή της...Κάθισε στην προκυμαία με τα πόδια μέσα στο νερό...άρχισε να κλαίει και να σκέφτεται...το τηλέφωνό της χτυπούσε συνέχεια..σημασία δεν έδινε..κάποια στιγμή είδε πως αυτή που την καλούσε δεν ήταν άλλη από την μικρή της κόρη...που είχε ακούσει  τον καυγά.... τώρα θυμήθηκε πως την άκουσε κάποια στιγμή να την φωνάζει να γυρίσει πίσω...
  Καινούρια δάκρυα έτρεξαν στα μάγουλα της και έπεσαν μέσα στην θάλασσα...σταγόνες αλμυρές...που έσμιξαν με αυτές της θάλασσας και χάθηκαν...όπως θα χανόταν σε λίγο και εκείνη... αποφασιστικά πήρε το τηλέφωνο στο χέρι της και πήρε την άλλη μαμά του παιδιού της -την πνευματική, η οποία γνώριζε την κατάσταση της-  και της εξιστόρησε τα κεθέκαστα και  τι σκοπεύει να κάνει...
 "έλα να με βρεις εδώ...θα σου φτιάξω ένα χαρτί που θα λέει πως ότι έχω τα αφήνω στο παιδί μου...να το πάρεις μαζί σου το παιδί, να το προσέχεις και να το μεγαλώσεις σαν δικό σου...μην το αφήσεις στους λύκους...θα το φάνε...θα του κάνουν πλύση εγκεφάλου και θα με μισήσει...θα του πουν πως ήμουν τρελή...δεν το θέλω αυτό...θέλω να θυμάται πως την αγαπούσα,την λάτρευα και θα την λατρεύω".
 Της απάντησε η κουμπάρα της: "περίμενε με...μην κάνεις καμιά τρέλα..σκέψου το παιδί σου...άσε με να έρθω πρώτα να μιλήσουμε...μετά θα κάνω ότι μου πεις..μα πάρε το παιδί τηλέφωνο...σε ζητάει και κλαίει...μια στιγμή να σε ακούσει...και έρχομαι να σε βρω στο μεταξύ."
 Το παιδί! 8 χρονών τότε...τι πέρασε και εκείνο...τι πέρασε και η κουμπάρα! το πήρε τηλέφωνο και το άκουσε να της λέει:
"μανούλα μου σε παρακαλώ,έλα για λίγο να σε δω και μετά φύγε....μόνο να σε δω να σε φιλήσω,να σε χαιρετήσω".
  Δεν ήξερε τι είχε αποφασίσει η μανούλα...νόμιζε πως μόνο έφυγε..πως τους εγκατέλειπε....όχι πως θα πέθαινε...η νονά της, της  το είπε...και ξανά  τηλέφωνο το παιδί να παρακαλά, να κλαίει, να οδύρεται, να ικετεύει για μια τελευταία αγκαλιά της μανούλας...αυτό το κλάμα του, αυτή η ικεσία του την έφερε πίσω στον πραγματικό κόσμο, την ώρα που ήταν έτοιμη να βουτήξει σε εκείνα τα γαλαζοπράσινα νερά...να την καταπιούν ολόκληρη....να χαθεί...να ελευθερώσει την ψυχή της, το σώμα της ,τους άλλους..να πάψει να πονά, να ματώνει...να μην είναι εμπόδιο στο δρόμο κανενός...οι περαστικοί την κοίταζαν περίεργα...δεν καταλάβαιναν τι κάνει εκεί...ένας μόνο ήρθε κοντά της και την ρώτησε:
  " είσαι καλά; μα εσύ κλαις!Τι έπαθες; τι σου συμβαίνει; θέλεις κάποια βοήθεια;" και έκανε να την πιάσει από το χέρι και να την τραβήξει μακριά...Τράβηξε με δύναμη το χέρι της πίσω, του έγνεψε όχι με το κεφάλι και σηκώθηκε όρθια...αυτός περίμενε εκεί...έφυγε μόλις την είδε να απομακρύνεται από την προκυμαία...το είχε κιόλας μετανοιώσει...πάντα πίσω έκανε...για  χάρη των άλλων...μια ζωή υποχωρήσεις θυμόταν να κάνει..
  Το τηλέφωνο χτύπησε πάλι...ήταν η κουμπάρα της που ήθελε να μάθει τι έγινε στο μεταξύ.."πάρε το παιδί και μίλησε του...να ηρεμήσει...πήγα σπίτι να το πάρω, μα με έβρισε  και με έδιωξε ο λεγάμενος...δεν με άφησε ούτε να το δω καλά-καλά..και εκείνο είχε κρεμαστεί επάνω μου κλαίγοντας,  δεν ήθελε να με αφήσει...αλλά ξέρεις πως είναι...δεν μπορούσε να του επιβληθεί το παιδί και εγώ για να μην οξύνω περισσότερο τα πράγματα, άφησα την δική μου κόρη εκεί και έφυγα...τι θα κάνεις τώρα; που θα πας;"
  "Στην αστυνομία" της είπε.."να κάνω μήνυση για βιοπραγία και απειλή κατά της ζωής μου...φοβάμαι να πάω σπίτι...να ενημερώσω να του κάνουν συστάσεις να μην με πλησιάσει ούτε σε απόσταση αναπνοής".
  Και αυτό έγινε...πήγε σπίτι της πιο ήρεμη πια και αγκάλιασε το παιδί της....το σπλάχνο της που παραλίγο να μην  το ξαναέβλεπε...ούτε και αυτό εκείνη....

ΣΤΙΣ ΕΛΙΕΣ. ΜΑΖΙ ΤΗΣ (Με αφορμή ένα κείμενο της φίλης Γ. Καρλαύτη…Ας πούμε μια παρεμφερής ιστορία, από ανδρική οπτική. Για δική μου ευκολία μετέφερα τον χώρο στο δικό μου χωριό και το δικό μου χωράφι, κρατώντας τον καμβά της δικής της ιστορίας)

Ήταν κατά τις δυο μετά το μεσημέρι που φτάσαμε στο χωριό. Και ήταν μια από ‘κείνες τις σπάνιες μέρες που το χωριό έχει τέτοιο παλιόκαιρο. Από μια ιδιοτροπία της φύσης, αν και βρίσκεται σε ένα χαμηλό λόφο που σε ευθείες γραμμές δεν απέχει πολύ από τις κορφές , ένα γύρο, του Ερύμανθου, του Χελμού, του Μαίναλου και της Μίνθης, εν τούτοις επηρεάζεται και έχει τον ίδιο καιρό με την Κεφαλονιά… «Το φέρνει κεφαλονήτικο», άκουγα να λένε οι γέροι μικρός. Έτσι , ο αέρας περισσότερο δυτικός παρά βόρειος, έφερνε χιόνι και παγωνιά. Άνοιξα την αυλόπορτα και μετά το πατρικό μου σπίτι, για την ακρίβεια το σπίτι που φτιάξαμε στην ίδια θέση με το σπίτι που γεννήθηκα, μετά τον σεισμό του χίλια εννιακόσια εξήντα πέντε. Πέρασαν χρόνια να συνηθίσω τούτο το καινούργιο σπίτι…Στα όνειρά μου ερχόταν πάντα το παλιό. Σαν παράπονο που ‘χει στοιχειώσει.
Η Μαρίνα πήρε να ξεφορτώνει τα πράγματα από τ'αυτοκίνητο..Το σπίτι υγρό και παγωμένο, δεν ήξερες που ήταν προτιμότερο να σταθεί κανείς. Μέσα ή έξω; Ευτυχώς, είχα προνοήσει και είχα πολλά ξύλα, από ελιά και πεύκο που ξεφλοξίζουν εύκολα.
Ανάψαμε το τζάκι και σταθήκαμε κοντά στη φωτιά. Πήγα κοντά της. Τη φίλησα. Όχι από πόθο. Μάλλον από ευγνωμοσύνη. Από αγάπη. Που ήταν μαζί μου. Ένοιωθα διάχυτη τρυφερότητα. Και αγαλλίαση. Όπως όταν βυθίζεσαι σε μάτια αγαπημένα. Ή σε καλοσύνη απρόσμενη. Χρόνια τώρα, απ’ όταν φύτεψα το χωράφι ελιές κι υστερότερα ανανέωσα και το πατρικό αμπέλι, ίσως οι συγκυρίες να το ‘φεραν έτσι, μόνος πάω , μόνος έρχομαι, μόνος μένω στο χωριό, με εξαίρεση κάποιες φορές που αναγκάστηκα να φιλοξενήσω εργάτες αλλοδαπούς. Όμως σήμερα με συνόδευε μια γυναίκα. Όμορφη σ’ ένα χώρο που πιότερο από το τζάκι έφεγγε από τη δική της παρουσία. Την έβλεπα να πηγαινοέρχεται με μια οικειότητα, λες κι είχε ξαναβρεθεί εκεί. Και με εντυπωσίαζε που δεν έκανε κανένα σχόλιο. Ούτε έδειξε, έστω για μια στιγμή δυσφορία. Μόνο χαμόγελα. Το λέω επειδή το σπίτι κατοικείται περιστασιακά, κάθε που πάω για αγροτικές δουλειές με έντονα τα σημάδια του χρόνου και της έλλειψης φροντίδας. Με πονάει να πω της ερήμωσης. Σε κάποια σημεία, μάλιστα, η υγρασία έχει ποτίσει ως μέσα την ταράτσα και τον τοίχο. Οι ίδιοι οι τοίχοι, γυμνοί, με μια σόμπα πετρελαίου στη μια άκρη, στο μεγάλο δωμάτιο, δυο κρεβάτια αντικριστά, ένα μικρό τραπέζι στη μέση, μια μικρή φορητή ντουλάπα σε μι’ άκρη…Ένα μικρό ψυγείο και μια ηλεκτρική κουζίνα, όλη του η επίπλωση και ο εξοπλισμός του. Και η τουαλέτα με ένα υποτυπώδες ντουζ, έξω στον κήπο..
Πόσο μπορεί να μεταμορφώσει το χώρο η γυναικεία παρουσία; Κοιτούσα αμίλητος , αποσβολωμένος σε μια καρέκλα κοντά στο τζάκι, όσο τακτοποιούσε τα λιγοστά μας πράγματα. Παρατηρούσα τη σιλουέτα της, ακολουθώντας τα ασταμάτητα δώθε κείθε της. Κι ο αέρας κι ο χώρος μου φάνηκε πως είχαν ζεσταθεί πολύ.
‘Κείνη τη μέρα, αψηφώντας το κρύο, μεταφέραμε τα πανιά για το μάζεμα των ελιών στο χωράφι και κάναμε όλες τις απαραίτητες προκαταρκτικές εργασίες, ώστε την άλλη μέρα να ξεκινήσουμε τη δουλειά που μας είχε φέρει μέχρι εκεί. Όσο να πάω το δεύτερο δρομολόγιο, η Μαρίνα με τη σβελτάδα που τη διέκρινε είχε «στρώσει» όλα τα πανιά…Τη βοήθησα να ολοκληρώσει τη δουλειά και κατάκοποι γυρίσαμε στο σπίτι
Ο πιο σίγουρος τόπος να κρυφτεί κανείς είναι ο κόσμος. Αλλά στο χωριό ο κόσμος που έχει μείνει είναι λιγοστός και δεν υπάρχει τρόπος να μη σε πάρουνε χαμπάρι. Άρχισαν να καταφθάνουνε φίλοι. Η Μαρίνα τους χαιρέτησε εγκάρδια. Σαν να τους ήξερε χρόνια και, λίγο μετά, το ίδιο φυσικά είπε. « Ετοιμάζω φαγητό. Θα μείνετε να φάμε». Δεν έφεραν αντίρρηση..Άλλωστε και χωρίς τη Μαρίνα το ίδιο θα κάναμε. Δεν έχει σημασία για μας ο τόπος..Όπου βρεθούμε, η παρέα μας, με το τίποτα και από το τίποτα μπορούμε να στήσουμε νυχτέρια ατέλειωτα με κουβέντα , ιστορίες , γέλιο, αμοιβαία πειράγματα, κρασί και ότι βρεθεί. Και κανείς από τους συμμετέχοντες δεν είναι σε θέση να πει με βεβαιότητα, αν το φαϊ και το κρασί είναι η πρόφαση για την παρέα και το κουβεντολόι ή η παρέα κι η κουβέντα αφορμή για κανά ποτηράκι παραπάνω μαζί με τα « δέοντα»..Και τα δέοντα που ετοίμασε η Μαρίνα – πότε πρόλαβε; - ήταν παραπάνω από τα συνηθισμένα και τα ποτηράκια πολύ περισσότερα. Μπήκε στην καρδιά τους. Και στη δική μου ακόμη βαθύτερα.
Πότε πήγε η ώρα δυό;..Γενικευμένη ερώτηση και απορία χωρίς απάντηση. Φύγανε οι φίλοι, μείναμε οι δυο μας κι ετοιμαστήκαμε να κοιμηθούμε. Ξάπλωσε πρώτη. Ώσπου να βάλω δυο κούτσουρα χοντρά στη φωτιά, δεν θα είχαν περάσει πέντε λεπτά που πήγα στο κρεβάτι, κατάκοπη, ως ήταν, κοιμόταν βαθειά. Τη φίλησα απαλά και χαμόγελασα στο σκοτάδι. Αλλοιώς είχα φανταστεί την πρώτη μα ς νύχτα. Ένοιωθα όμως πολύ ευτυχισμένος.
Έχω πολλά χρόνια πια που είμαι ολιγόυπνος, χωρίς λόγο. Όχι τώρα που είχα. Ένας κόκκορας όξω λάλαγε, σημάδι πως χάραζε. Άπλωσα το χέρι μου . Ξαφνιάστηκα. Η Μαρίνα, ολόγυμνη, κοιμόταν. Αλλοιώς είχε φανταστεί και τη δική της πρώτη νύχτα εδώ, χαμόγελασα ξανά . Ντράπηκα για τη δική μου συστολή και έβγαλα με ελαφρές κινήσεις και τα δικά μου. Κοιμόταν ανάσκελα και ανάσαινε ήσυχα. Άγγιξα αλαφρά το μηρό της. Το κορμί της, ζεστό απ’ τον ύπνο, άχνιζε. Δεν ήθελα να την ξυπνήσω. Μόνο που ξύπνησε και άχνιζε και ο δικός μου πόθος. Το χέρι μου σύρθηκε και χάιδεψε την κοιλιά της…ίσα που την ακούμπαγε, ανεβαίνοντας στο στήθος της, ψάχνοντας τις θηλές της. Ρίγησε και γύρισε προς το μέρος μου. Σφίχτηκε πάνω μου, διχαλωτά στο μηρό μου και άνοιξε για μια στιγμή τα μάτια… «Σήκω αγάπη μου η ώρα πάει εφτά» την άκουσα να ψιθυρίζει. Σου έχω φτιάξει τσάι. Έψησα και ψωμί στο τζάκι. Στις οκτώ, μου είπες χθες, πρέπει να φεύγουμε». Μα πότε πήγε εφτά; Όταν την ξύπνησα ήταν μόλις πέντε. Σηκώθηκα. Όση ώρα πίναμε εκείνη καφέ κι εγώ τσάι, κοίταζα τα μάτια της. Ήταν τόσο γλυκειά.
Στο χωράφι , από έκπληξη σε έκπληξη, θαύμαζα την ευκολία που μάθαινε την κάθε δουλειά και την ‘πιτειδιοσύνη που είχε, μια γυναίκα της πόλης. Τη σιγουριά που πάταγε, τον τρόπο που χειριζόταν το ραβδιστικό, την άνεση και την αντίληψη που είχε , αλλά και την εντυπωσιακή δύναμη που φανέρωνε , όταν έσερνε τα γεμάτα καρπό πανιά. Κι όταν ερχόταν η ώρα ν’ αδειάσουμε τα πανιά και να στρώσουμε νέα δέντρα – στην ανάπαυλα από το ράβδισμα – η δουλειά γινόταν πιο ερωτική. Είναι η φύση της τέτοια αφού απαιτεί τη συνεργασία δυο. Εκείνη από τη μια μεριά κι εγώ από την άλλη του πανιού συνάζαμε τον καρπό στο κέντρο, μέχρι που τα χέρια μας συναντιόνταν. Τα χείλη μας δεν άφηναν την ευκαιρία. Είναι το «στρώσιμο» μια διαδικασία, όπου πλησιάζεις κι απομακρύνεσαι συνεχώς. Όπως στον έρωτα. Όταν πρωτοπιάνεται.
Με συγκινούσε η προσοχή, η φροντίδα της . Κατά τις έντεκα κολατσιό ένα τέταρτο, γύρω στις δύο φαϊ. Για όλα είχε προνοήσει και όλα τα είχε προβλέψει η Μαρίνα. Κι όσο εκείνη να κάνει το τσιγάρο της και να το δευτερώσει, αρχίναγα ιστορίες από όταν ήμουνα παιδί, εκεί στον ίδιο τόπο , στο ίδιο χωράφι, αφήνοντας τον εαυτό μου να θυμάται, όσα η μνήμη επιλέγει, όσα ξεφεύγουν και ξελοξεύουν πάνω από τα συνηθισμένα. Κι εκείνη άκουγε το παιδί που γινόμουνα, χωρίς να διακόπτει, χωρίς να ρωτάει, μόνο όταν ξεχνιόμουνα εκεί πίσω σε ‘κείνα τα χρόνια που πέρναγα σχεδόν όλο το καλοκαίρι εκεί και κοιμόμουνα σε αυτοσχέδια κρεβάτια πάνω στη «μεγάλη» ελιά και σε στρώμα από φτέρη που μοσχομύριζε, κι έτρωγα με πιρούνια το ίδιο αυτοσχέδια από ρείκι και έφτανα ως τότε που είχαν γουρμάνει τα κούμαρα, κόκκινα και λαχταριστά και στις πέρδικες που ξάφνιαζαν την αμέριμνη περπατησιά μας στο μονοπάτι – και που δεν ξετρέχει ο νους σαν φτερακίσει; - μου ‘λεγε απλά, « Έλα σήκω, πέρασε η ώρα, έχουμε δουλειά»…Κι είχε το στόμα της τόσα φιλιά που μου ‘ρχονταν παρέα με τα λόγια. Κι έχει το στόμα της τόσα φιλιά που ακόμα δεν αξιώθηκα κι αναπολώ με πίκρα.
Με τούτα και μ΄άλλα πέρασαν κοντά τέσσερες μέρες .Μαζώνοντας πότε με ήλιο, πότε με κρύο και την τελευταία με αέρα και βροχή…Τ’ Αη Γιαννιού ήταν και μόνο ‘μεις στη δουλειά. Και μόνο μεις βρεχόμασταν. Μούσκεμα πια φορτώσαμε τον καρπό και φύγαμε για το λιοτριβιό σε κοντινό χωριό. Ο λιοτριβιάρης, φίλος από παιδί, με το που με είδε θυμήθηκε να κάνει το σταυρό του. « Θοδωρή με τέτοιο χειμώνα μάζωνες ελιές; Σε βλέπω και τουρτουρίζω». «Μόνο σάκκιαζα» είπα, λες κι αυτό μαλάκωνε το μούσκεμα…"Έλα,αρτσίδι είσαι, ελάτε μέσα να πυρωθείτε". Πήγαμε ,μα φύγαμε αμέσως, τρέμαμε. Ευτυχώς στο σπίτι η φωτιά στο τζάκι κράταγε ακόμη. Έβαλα ξύλα ξερά και δυο όλο ρετσίνι πεύκινα και μπουμπούνισε από τη ζέστη ο τόπος.
Μόλις που είχαμε πετάξει τα βρεγμένα και είχαμε πλυθεί σαν ήρθε ο φίλος ο Γιάννης και με τρόπο που δεν σήκωνε κουβέντα , μας κάλεσε στο σπίτι του που γιόρταζε. Πήγαμε. Πόσο γρήγορα η γυναίκα μεταμορφώνεται. Ντυμένη, βαμμένη ελαφρά, η Μαρίνα λιγνή μέσα στο φόρεμα και τις μπότες της με το μεσάτο παλτό της έλαμπε στο τραπέζι. Γελαστή έπαιρνε μέρος στην συζήτηση, ευδιάθετη, εύχαρις..Τι απόγινε άραγε τόση κούραση…Την άλλη μέρα θα φεύγαμε.
« Αφεντικό, κοντεύεις να κοιμηθείς στο τζάκι. Σήκω να πας στο κρεβάτι». Δίκιο είχε. Μετά μια τόσο κοπιαστική μέρα - και ήταν η πρώτη που μαζεύαμε φέτος ελιές – το κορμί δεν το όριζα. Τα κόκκαλα πονάγανε και είχα να μαγερέψω να φάμε με τον Ρούμεν, ένα βούλγαρο, ίσαμε είκοσι πέντε χρονώ, με εξώφθαλμο βρογοκήλη στο ένα μάτι, καλό παιδί που είχα προσλάβει να με βοηθάει. Σαν αποφάγαμε έκατσα να ανασάνω κοντά στη φωτιά.
« Η Μαρίνα που πήγε;» ρώτησα.. «Ποιά Μαρίνα αφεντικό;»…
«Ποια Μαρίνα…Εκείνη που έφυγε προτού να ‘ρθεί. Μα εγώ το ξέρω , χοντρομούρη, η Μαρίνα εδώ ήταν, εδώ είναι και θα είναι κάθε φορά που θα ΄ρχομαι», σκέφτηκα κι έπεσα στο κρεβάτι ξερός. Με τα ρούχα. Φαίνεται με σκέπασε ο Ρούμεν..Καλή του ώρα…
Καλή σου ώρα Μαρίνα. Πόσο πολύ σ’ αγάπησα. Πόσο πολύ σε σκέφτομαι. Πόσο σ’ αγαπώ.

Αθήνα 11/03/2012

ΤΟ ΝΟΗΜΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ!!!!


                                                        ΤΟ ΝΟΗΜΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ!!!!
Καθισμένη με μια παρέα,σε μια παραλία τις  προάλλες , βραδάκι, με την ελπίδα να φυσήξει αεράκι και να μας δροσίσει, πίνοντας άλλοι ουζάκι και άλλοι μπυρίτσα παγωμένη και τσιμπολογώντας από το κάτι τις που μας έφεραν, η συζήτηση περί ανέμων και υδάτων ήταν στο φόρτε της...εκεί ανάμεσα "τύρου και αχλαδιού" που λένε, κάποιος έθιξε το θέμα για τον έρωτα...την αγάπη...
  Οι γνώμες διάφορες....κάποια "κυρία" γνωστή για τους δυο γάμους της και τους αναρίθμητους εραστές έλεγε πως σαν τον δεύτερο άντρα της δεν υπήρχε περίπτωση να βρει ποτέ....μέσες -άκρες μας είπε πως ήταν (αυτό κατάλαβα εγώ) το "θύμα" της...αυτός που την αγαπούσε και της τα πρόσφερε όλα στο χέρι..μέχρι τον καφέ στον κρεβάτι της πήγαινε...έλεγε πως τον αγάπησε και πως ακόμα τον αγαπάει...(εδώ να πω  έμαθα πως πέθανε ο δεύτερος άντρας της, ενώ με τον πρώτο είχε πάρει διαζύγιο και είχε και δυο παιδιά, αγόρια μέχρι κει πάνω πια τώρα)....από την μέρα που πέθανε και μέχρι σήμερα δεν έχει αφήσει αρσενικό για αρσενικό....
  Αναρρωτιέμαι η άσχετη τι είδους αγάπη είναι αυτή; πως μετά τον χαμό του κατάφερε να κάνει άλλες σχέσεις την στιγμή μάλιστα που έλεγε, πόσο της λείπει εκείνος;..μάλλον της έλειπε το "θύμα" , ο "υπηρέτης" της, αυτός που την έκανε να νιώθει βασίλισσα...."κανείς δεν κατάφερε να της δώσει αυτό που της έδινε εκείνος" γύρισε και μου ψιθύρισε στο αυτί η διπλανή μου μ'ένα χαιρέκακο και ζηλόφθονο μειδίαμα...έτσι το θεώρησα τότε....έλα μου όμως που με την συνέχεια της κουβέντας επαληθεύτηκε ; 
 Γιατί αυτό ήταν που ζητούσε....έμπλεκε με όποιον της έκανε ένα όμορφο κομπλιμέντο ή της μιλούσε ευγενικά,  πάντα παρερμηνεύοντας  τις προθέσεις του άλλου...και όταν ο άλλος έβλεπε πως εκείνη ενδίδει δεν έχανε και εκείνος τον καιρό του...έφευγαν μαζί και όπου την έβγαζε η περιπέτεια...έτσι και εκείνο το βράδυ...έφυγε με κάποιον που της είπε δυο κομπλιμέντα...μέχρι να φύγει όμως , κατηγορούσε τις γυναίκες που δεν ήξεραν να ζήσουν...να αρπάξουν την ευκαιρία όπως έλεγε...
  Ξέχασε όμως πόσο της έλειπε το "θύμα"...πως δεν τον αγάπησε όπως έλεγε , αλλά της έλειπε η περιποίηση του...
Από την άλλη πάλι ένας άνδρας της παρέας , έλεγε πόσο εκτιμά τις όμορφες και έξυπνες γυναίκες....μόλις τον άκουσα είπα..."να και ένας άντρας που δεν "φοβάται " τις έξυπνες γυναίκες"...τι ήθελα και το σκέφτηκα; βιάστηκα...δεν περίμενα λίγο ακόμη;
 Έμαθα πως ήταν παντρεμένος με μια επιτυχημένη, έξυπνη και όμορφη γυναίκα...την ερωτεύτηκε και την παντρεύτηκε...αλλά μάλλον η "επιτυχημένη" δεν ένιωθε το ίδιο...τον παντρεύτηκε γιατί ο ίδιος ήταν το κατάλληλο "θύμα" γι'αυτήν...αφού τον "ευνούχησε" κυριολεκτικά και μεταφορικά ( σύμφωνα πάντα με την διπλανή μου κυρία)....δεν ήταν άντρας της παρά μόνο στα χαρτιά και στα μάτια του κόσμου...του δικού της κόσμου...του επιτηχημένου...
 Στην πραγματικότητα ήταν ο λακές της...αυτός που ανεχόταν τα πάντα....που έκανε μέχρι σφουγγάρισμα για να μην πέσει η "θέση" της "κυρίας"...ερωτευμένος ακόμα μαζί της...θες επειδή την είχε και δεν  την είχε, θες γιατί του άρεσε να είναι το "θύμα" την εκτιμούσε και έμενε ακόμα μαζί της και ας είχαν τα "κέρατα" στο κεφάλι του ξεπεράσει και του τάρανδου...αλλά όλα και όλα...τι άντρας θα ήταν αν δεν είχε και την εξωσυζυγική σχέση του; 
  Είχε στην παρέα μας και το γκομενάκι ...όσα δεν τολμούσε να κάνει στην γυναίκα του τα έκανε στο έρημο το κορίτσι...εκείνη στα μάτια τον κοιτούσε...και όπως έλεγε και υπερηφανευόταν εκείνος, του τα είχε όλα στο χέρι...αλλά εκτίμηση καμιά...ποιός ; αυτός που έλεγε και ξανάλεγε πως εκτιμά τις όμορφες και έξυπνες...γιατί και όμορφη και έξυπνη ήταν η γυναίκα πλάι του...το γκομενάκι του...αλλά αυτό δεν τον σταματούσε να φλερτάρει μπροστά της με όλα τα θηλυκά που βρίσκονταν στην παρέα...παντρεμένα και ελεύθερα...
 Τώρα θα μου πεις αν ήταν έξυπνη γιατί καθόταν μαζί του; ε! αυτό ρώτησα και εγώ την διπλανή μου .....μου είπε επειδή τον αγαπάει...μάλιστα!!!!....να λοιπόν που υπάρχει και έρωτας στην ζωή...αληθινός...έστω και μονόπλευρος...αλλά αυτός;  στον κόσμο του...εκτίμηση καμιά...έλεγε και  ξανάλεγε πως όλες οι γυναίκες είναι γι'αυτόν όμορφες και δεν μπορεί να αντισταθεί στην γοητεία τους...πως από την κάθε μια παίρνει κάτι...στιγμές έλεγε είναι η ζωή μας...συμφωνούσε μαζί του και η άλλη "κυρία" αυτή με τους δυο σύζυγους και τους αναρίθμητους εραστές...
  Τόλμησα να εκφράσω αντίθετη γνώμη...να πω πως όταν αγαπάει κάποιος μένει εκεί...δεν ψάχνει κάτι άλλο...τιμά τον άνθρωπο που είναι δίπλα του, ειδικά αν του είναι πιστός και τον αγαπάει...με κοίταξαν λες και ήμουν από άλλο πλανήτη..."βρε εσύ έφτασες να ζεις μισό αιώνα και ακόμα το νόημα της ζωής δεν το έχεις πιάσει" μου είπαν μ'ένα στόμα και οι δυο εν λόγω συνομιλητές...
 Ένιωσα όντως σαν να είμαι από άλλο πλανήτη...κάτι σαν εξωγήινη αν θες...άλλα τα δικά μου πιστεύω...όσο και  αν δείχνω ρεαλίστρια και ψυχρή, όσο καχύποπτη και αν είμαι στα αντρικά κομπλιμέντα, δεν παύω να είμαι μια  χαζή και ονειροπόλα γυναίκα...μια ρομαντική που πιστεύει ακόμα και ας έχει διανύσει τον μισό αιώνα της ζωής της στους μεγάλους έρωτες...
 Περίεργα μου φαίνονταν όλα αυτά...ακαταλαβίστικα...και το κερασάκι στην τούρτα δεν άργησε να φανεί...ένας άλλος άνδρας που μέχρι εκείνη την ώρα συμφωνούσε μαζί μου αλλά και με δυο-τρεις ακόμα, σήκωσε το τηλέφωνο που χτυπούσε στην τσέπη του...κατάλαβα από τα συμφραζόμενα πως μιλούσε στην σχέση του..."Αγάπη μου μου λείπεις" έλεγε..."δεν βλέπω την ώρα να σε δω"....
  Βρε φίλε αν δεν έβλεπες την ώρα να την δεις και αν πίστευες έστω και μια λέξη απ'όσα έλεγες δεν θα ήσουν τώρα εδώ διακοπές ...με το που έπαιρνες άδεια από την δουλειά σου θα έτρεχες να την βρεις...να μην σου πω πως έπρεπε να είστε μαζί διακοπές....τι είδους αγάπη είναι αυτή; και πόσα μα πόσα ψέμματα λέτε (λέμε) όλοι στους ανθρώπους που σας αγαπάνε; δεδομένο τις έχετε πια...γυναίκες και άντρες...
 Όλη μου η διάθεση χάλασε...τι είδους άνθρωποι είμαστε τελικά;...είπα στον εν λόγω κύριο την απορία μου...του είπα όλα αυτά που αναφέρω πιο πάνω...η απάντηση του; η απάντηση των μισών και βάλε της ομήγυρις; πως κάνω λάθος και δεν έχω πιάσει το νόημα της ζωής...Αμάν πια με αυτό το νόημα της ζωής...
 Τόσο μα τόσο ηλίθια είμαι εγώ; κοίτα να δεις προβληματισμούς που απέκτησα τώρα στα 50 μου...ρε λες να έχουν δίκιο; λες να πρέπει να δω την ζωή αλλιώς; να κάνω ότι και αυτοί; γιατί αν παραμείνω στις απόψεις μου με βλέπω να μένω μόνη σε όλη την υπόλοιπη ζωή μου και μάλιστα χωρίς να έχω πιάσει το νόημα της ζωής...θα περιμένω για τον έναν και μοναδικό έρωτα , αλλά αυτός δεν υπάρχει...αυτό το συμπέρασμα έβγαλα...ή ίσως να υπάρχει...σε κάποια άλλη ζωή....τι να κάνω; να περιμένω μήπως τον γνωρίσω σε κάποια άλλη μου ζωή ή να δω το νόημα αυτής της ζωής; 
 Αμάν!!! δύσκολη απόφαση...και προβληματισμός εκεί που δεν είχα...άντε τώρα να δω τι απόφαση να πάρω...δύσκολα έβαλα στον εαυτό μου...δύσκολα...βοήθεια κοινού υπάρχει;

Καλησπέρα σας....

Τρίτη 10 Ιουλίου 2012


Κλέφτης έρωτας... Για τον φίλο μου τον Χάρη με πολύ αγάπη....για την αρχόντισσα της καρδιά του που την έχασε νωρίς....

από γεωργια καρλαυτη, Πέμπτη, 5 Ιουλίου 2012 στις 10:29 π.μ. ·

Μια γυναίκα αγάπησα
σε όλη την ζωή μου
αρχόντισσα ήταν και κυρά
ψυχή  μου και πνοή μου....

     Ρεφρέν

μα ήρθε κλέφτης έρωτας
την έκλεψε  από μένα 
τώρα κρατάει συντροφιά
στ'αστέρια ένα-ένα.....

μου γνέφει από ψηλά
τα δάκρυα της στάζουν 
είναι οι ψιχάλες της βροχής
μα 'μένανε με σφάζουν....


       Ρεφρέν

μα ήρθε έρωτας φονιάς
τηνπήρε  από μένα 
τώρα κρατάει συντροφιά
στ'αστέρια ένα-ένα.....

που είσαι κόρη του γιαλού
γιατί δεν κατεβαίνεις
το χέρι μου να μου κρατάς
ποτέ  μην νιώθεις μόνη...

     Ρεφρέν

μα ήρθε κλέφτης έρωτας 
την έκλεψε   από μένα 
τώρα κρατάει συντροφιά
στ'αστέρια ένα-ένα.....

κράτησε με μες το νου
με της καρδιάς τα δίχτυα
για να μην νιώθω μοναχός
ματώνουνε τα στήθια....

     Ρεφρέν

μα ήρθε έρωτας φονιάς
τηνπήρε από μένα 
τώρα κρατάει συντροφιά
στ'αστέρια ένα-ένα.....


μην με ξεχνάς  εκεί ψηλά
ανάμεσα σε τόσους
να με κρατάς σαν φυλαχτό 
στους άγνωστους τους τόπους....

  Ρεφρέν

μα ήρθε κλέφτης έρωτας 
την έκλεψε από μένα 
τώρα κρατάει συντροφιά
στ'αστέρια ένα-ένα.....
Γ.Κ

Σάββατο 12 Μαΐου 2012

ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ ΜΑΜΑ!!!!!


                                                                                ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ ΜΑΜΑ.......
                                                                                   
                                                                                        ΜΗΤΕΡΕΣ!

     Είπα στην αρχή να γράψω γενικότερα για την μητέρα. Μετά το ξανασκέφτηκα και αποφάσισα να γράψω μια ιστορία...
 Ή μάλλον δυο ιστορίες ξεχωριστές...από δυο διαφορετικές γυναίκες-μητέρες. 
     Η Αρετή δεν έκανε παιδιά. Όσες προσπάθειες και αν έκανε, όλες πήγαιναν χαμένες. Πέρασαν χρόνια και αφού  το πήρε απόφαση, πως ποτέ δεν θα κάνει παιδιά, αποφάσισαν από κοινού με τον σύζυγο της  Γιάννη, να υιοθετήσουν ένα. Και το έκαναν. Πήραν ένα όμορφο κοριτσάκι από κάποιο ίδρυμα του εξωτερικού.. (ζούσαν εκεί)...
 Το λάτρεψαν αυτό το μωρό. Το μεγάλωναν σαν να ήταν δικό τους. Βιολογικά δικό τους. Όταν το πήραν ήταν μόλις έξι μηνών. Η Αρετή πλησίαζε τα τριάντα πέντε και ο Γιάννης τα σαράντα δυο.  Στα επόμενα χρόνια που πέρασαν, όλη τους την αγάπη, τη διοχέτευαν σε αυτό το κοριτσάκι. Το επίσημο όνομα του ήταν Ελπίδα. Θεώρησαν πως αυτό της έπρεπε, αφού για αυτούς, ήταν η ελπίδα τους...
    Την ημέρα των  γενεθλίων της Ελπίδας, (έκλεινε τα τρία χρόνια της) η Αρετή έμαθε ένα συνταρακτικό νέο. Ήταν έγκυος...
Η χαρά τους μεγάλη. Ο Γιάννης και η Αρετή, δεν πίστευαν στην ανέλπιστη τύχη τους. Πέρασαν οι μήνες με φόβο και τρόμο, αν θα γεννηθεί εκείνο το παιδί. Και γεννήθηκε. Ένα αγοράκι υγιέστατο και όμορφο...
    Το ονόμασαν δώρο Θεού. Δηλαδή Θεόδωρο. Μεγάλωναν και τα δυο παιδιά τους, με αγωνία και λαχτάρα, χωρίς να ξεχωρίζουν το ένα από το άλλο. Και "τ'αδέλφια" αγαπούσαν το ένα το άλλο. Πέρασαν τα χρόνια και μεγάλωσαν αρκετά. Η  Ελπίδα  κάποια στιγμή αρρώστησε σοβαρά. Κόντεψε να πεθάνει. Η Αρετή πάνω από το προσκέφαλό της μέρα-νύχτα, να παρακαλάει τον θεό, να μην της το πάρει. Έκλαιγε. Στεναχωριόταν. Προσευχόταν. Και ναι έγινε πάλι το θαύμα. Η Ελπίδα ξεπέρασε τον κίνδυνο, έγινε καλά και μεγάλωσε φυσιολογικά, από εκεί και πέρα..
    Μαζί της μεγάλωνε και ο Θεόδωρος. Σπούδασαν, παντρεύτηκαν και έκαναν δικά τους παιδιά. Η  Ελπίδα, σε κάποια ηλικία, έμαθε πως δεν ήταν το βιολογικό τους παιδί, αλλά αυτό δεν την πείραξε καθόλου. Μαμά  έλεγε την Αρετή και το εννοούσε. Το πίστευε. Αντίθετα ο Θεόδωρος δεν  το είχε πάρει και τόσο καλά και πάντα έβρισκε την ευκαιρία να πετάει μπηχτές στην Ελπίδα και στους γονείς του. Η Αρετή με μεγάλη υπομονή προσπαθούσε να τον ηρεμήσει. Μα σιγά να μην άκουγε.
  Έτσι λοιπόν μόλις μεγάλωσε και δεν είχε ανάγκη τους γονείς του και αφού  ζήτησε πρώτα  από την Αρετή και τον Γιάννη να διώξουν την Ελπίδα, και εφόσον  αυτό δεν έγινε, έφυγε εκείνος. Δεν ήθελε καμιά σχέση  μαζί τους. Και τους ξέχασε. Ο  Γιάννης περασμένα εξήντα πέντε πια, πέθανε από ανακοπή, χωρίς να δει τον Θεόδωρο ποτέ.  Η Αρετή έμεινε χήρα. Η Ελπίδα της ζήτησε να μείνει μαζί της,  για να μην νιώθει μόνη. Μετά βασάνων και με πολλά παρακάλια, πείστηκε η Αρετή και πήγε να ζήσει μαζί της. Ο  Θεόδωρος πάντα άφαντος από την ζωή τους. Ούτε ένα τηλέφωνο, ακόμα και όταν εκείνη αρρώστησε, μερικά χρόνια μετά και πέθανε με τον καημό του γιού της, πως δεν ήρθε ποτέ να την δει . Που δεν την "συγχώρεσε" ποτέ για το "αμάρτημα" της. Ποιο αμάρτημα της δηλαδή; που υιοθέτησε ένα παιδί, όταν δεν είχε ελπίδες να κάνει δικό της ή  που δεν έδιωξε την Ελπίδα;
    Οι θυσίες της και η αγωνία της, ο πόνος του τοκετού και όλα όσα τραβάει  μια μάνα, δεν βρήκαν στο ελάχιστο ανταπόκριση, όχι ανταπόδοση,όχι.  Σεβασμό τουλάχιστον, από την μεριά του βιολογικού της παιδιού. Αντίθετα με την  Ελπίδα, που  της βρέθηκε όταν αρρώστησε. Εκείνη στάθηκε  τότε,  με την σειρά της, πάνω από το προσκέφαλο της Αρετής. Εκείνη της έκλεισε τα μάτια και εκείνη την παρηγορούσε, που ο Θεόδωρος δεν πήγαινε να την δει και τον ζητούσε στα τελευταία της. Παρόλες τις προσπάθειες της Ελπίδας, ο Θεόδωρος ήταν ανένδοτος. Την είχε ξεγράψει από μάνα και την Ελπίδα από αδελφή. Η Αρετή  δεν είχε γνωρίσει ούτε τα παιδιά του Θεόδωρου, τα εγγόνια της. Ευτυχώς είχε την χαρά να δει της Ελπίδας της..
  Εδώ ταιριάζει απόλυτα η φράση του ΝΤΙΣΡΑΕΛΙ: "Για τη μητέρα, το παιδί είναι το παν, ενώ για το παιδί ο γονέας είναι μονάχα ένας κρίκος στην αλυσίδα της ζωής του" ...
     Εδώ να κάνω μια παρένθεση και να πω, πως η Ελπίδα, όταν έμαθε πως είναι υιοθετημένη, με την παρότρυνση της Αρετής, έψαξε να μάθει για τους βιολογικούς γονείς της, όχι ότι είχε για εκείνη καμιά διαφορά, αλλά όπως της έλεγε η Αρετή, να μην νιώθει μισή. Και το έκανε.  Μόνο που ανακάλυψε πως ήταν ορφανή. Οι γονείς της είχαν σκοτωθεί, σε αυτοκινητικό δυστύχημα, πηγαίνοντας σε κάποια κηδεία. Η γιαγιά που την κρατούσε  τότε, ήταν πολύ μεγάλη για να μπορέσει να την αναθρέψει. Έτσι την έβαλε στο ορφανοτροφείο...

     Σε κάποια άλλη μεριά της γης,  η Μαρία ένα κορίτσι 22 χρονών έκανε ένα εξώγαμο παιδί. Θες, γιατί στην κλειστή κοινωνία που ζούσε, θες γιατί ήθελε να κάνει την ζωή της - όπως αποδείχτηκε αργότερα - θες και τα δυο μαζί,  το αγοράκι που έφερε στον κόσμο, το έδωσε σε ίδρυμα. Ή για να είμαι πιο σαφής,  το "πέταξε" έξω, από την πόρτα ενός ορφανοτροφείου...
Το μοναδικό  στοιχείο που άφησε,  ήταν ένα χαρτάκι που έγραφε, ημερομηνία γέννησης του παιδιού, εξηγούσε πως ήταν εξώγαμο, το μικρό όνομα του πατέρα  και το δικό της όνομα  το μικρό. Μαρία...
    Το αγοράκι βαφτίστηκε από το ορφανοτροφείο.  Πήρε το όνομα 'Αγγελος και ήταν όνομα και πράγμα. Ξανθό, γαλανομάτικο και όμορφο. Κανείς δεν το ζήτησε για υιοθεσία και έζησε εκεί μέχρι τα 15 του. Έπειτα έφυγε αναζητώντας την τύχη του και τις ρίζες του. Πέρασαν πολλά χρόνια. Ο  Άγγελος έμαθε κάποια τέχνη, αφού περιπλανήθηκε αρκετά, μέσα σε πολλά κοινωνικά στρώματα ανθρώπων. Κατάφερε όμως να μην "ντροπιάσει" το όνομα του. Παντρεύτηκε και έκανε δική του οικογένεια, χωρίς να πάψει να ψάχνει για τους βιολογικούς γονείς του, με τα λιγοστά στοιχεία που είχε. Ειδικά μετά που και ο ίδιος έγινε πατέρας. Κάποια μέρα τον ειδοποίησαν από κάποια εκπομπή, που είχε απευθυνθεί, πως είχαν βρει την μητέρα του..
    Γεμάτος χαρά και αγωνία μαζί, πήγε στην εκπομπή  να πάρει τα στοιχεία, που θα τον οδηγούσαν στην  μητέρα του. Εκεί έμαθε πως ο πατέρας του είχε πεθάνει, μα η μητέρα του ζούσε, αλλά όχι για πολύ. Βρισκόταν σε κάποιο νοσοκομείο, άρρωστη πολύ. Έπρεπε να κάνει μεταμόσχευση νεφρού, αν ήθελε να ζήσει λίγο ακόμα ή πολύ. Αλλά  νεφρό δεν είχε βρεθεί μέχρι τότε...
     Μόλις ο Άγγελος βεβαιώθηκε, μετά από μερικές επισκέψεις και έρευνες πως ήταν η μητέρα του, αποφάσισε να γίνει δότης νεφρού για την μάνα του. Και το έκανε, άσχετα αν  λόγω της προχωρημένης ηλικίας  της  και της ευπαθούς υγείας της, απέρριψε ο οργανισμός της το μόσχευμα και πέθανε. Και η Μαρία που ποτέ δεν έδωσε αγάπη,  την  βρήκε έστω και στις τελευταίες  στιγμές  της  ζωής της, από ένα παιδί, που η ίδια είχε κάποτε "πετάξει"...

 Φίλοι μου, αυτές είναι οι δυο ιστορίες. Αληθινές και όπως μου της διηγήθηκαν. Τις έγραψα για να τιμήσω την ημέρα της μάνας...
Το μήνυμα που θέλω να περάσω, είναι νομίζω εμφανές. Τιμούμε την μητέρα! Αυτή που μας έδωσε ζωή, ακόμα και εκείνην που δεν μας την  χάρισε από το κορμί της (βιολογικά) αλλά, μας φέρθηκε το ίδιο σαν να το έκανε. Η μάνα, δεν περιμένει ανταλλάγματα, για την αγάπη που προσφέρει στα παιδιά της. Δεν δίνει για να πάρει.  Δεν είναι ανταλλακτική η σχέση. Είναι υποχρέωση της. Το μόνο που ενδόμυχα θέλει, χωρίς να το ζητιανεύει, χωρίς να το απαιτεί, είναι ο σεβασμός και η εκτίμηση. Άντε ίσως και την αγάπη....
 Τα σχόλια, οι κρίσεις  και τα συμπεράσματα δικά σας. Εγώ, σαν μητέρα η ίδια και κόρη επίσης,  εύχομαι σε όλες τις μαμάδες ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ! Να είναι πάντα καλά!  Να χαίρονται τα βλαστάρια τους και να τα δουν όπως επιθυμούν....
                                  ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ ΣΕ ΟΛΕΣ ΤΗΣ ΜΗΤΕΡΕΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ!
                              ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ ΣΤΙΣ ΦΙΛΕΣ ΚΑΙ ΟΧΙ ΜΟΝΟ ΜΑΜΑΔΕΣ ΤΟΥ F/B!
                                             ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ ΚΑΙ ΣΤΗ ΔΙΚΗ ΜΟΥ! 

Ακολουθούν μερικά  σοφά λόγια, από διάσημους και μη ανθρώπους!

"Δικαίως ονομάζουμε τη γη μητέρα, αφού την ποδοπατούμε και αυτή δεν παύει να αποδίδει καρπούς και άνθη" Καμπούρογλου
"Επειδή ο Θεός δεν μπορεί να βρίσκεται παντού, γι' αυτό έφτιαξε τη μητέρα" Δουμάς (πατέρας)
"Η μητέρα είναι ένα πρόσωπο  το οποίο, βλέποντας ότι υπάρχουν μόνο τέσσερα κομμάτια πίτας για πέντε άτομα, λέει ότι ποτέ δεν της άρεσε η πίτα" Τζόρνταν Τ.
"Μια μητέρα μπορεί να θρέψει τα εφτά παιδιά της, ενώ τα εφτά παιδιά την μητέρα τους, όχι" Γαλλική παροιμία

Πέμπτη 10 Μαΐου 2012


Εγώ αξίζω!

Η καρδιά μου αξίζει...
η ψυχή μου αξίζει...
εγώ αξίζω...
χαρίζοντας με νόμιζα 
πως άξιζαν και εκείνοι...
λάθος έκανα...
δεν σπαταλιέμαι....
θα ξαναχαριστώ
σε όποιον το αξίζει...
Υπάρχει κανείς;
Γ.Κ